Ο Φίλιππος Μαργιώλης κλείνει την αυλαία των καλοκαιρινών υποχρεώσεων της Εθνικής ομάδας και θέτει τους προβληματισμούς του για το μέλλον.
Η αλήθεια είναι ότι ήθελα εδώ και καιρό να γράψω το συγκεκριμένο άρθρο, αλλά οι στρατιωτικές μου υποχρεώσεις, δε μου επέτρεψαν να βάλω τις σκέψεις μου σε σειρά. Ωστόσο, κάτι παραπάνω από έναν μήνα μετά τον αποκλεισμό της Ελλάδας στην οχτάδα των Ολυμπιακών Αγώνων, είναι μια καλή ευκαιρία να σχολιάσουμε την πορεία της σε αυτούς.
Απροσδόκητα καλή η παρουσία μας στους Ολυμπιακούς Αγώνες

Αρχικά, πρέπει να αναφερθεί ότι η Εθνική μας έφτασε στο Λιλ ως το απόλυτο αουτσάιντερ, αφού έπεσε στον λεγόμενο «Όμιλο του θανάτου». Ισπανία, Καναδάς και Αυστραλία μας περίμεναν εκεί και, όπως είναι λογικό, λίγοι μας έδιναν ελπίδες για κάτι καλό. Ο περισσότερος κόσμος έκανε λόγο για τρεις εύκολες ήττες και άλλη μια εθνική…αποτυχία.
Παρ’ όλα αυτά και κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, η επίσημη αγαπημένη εμφανίστηκε απόλυτα ανταγωνιστική στη Γαλλία. Ειδικότερα, όχι μόνο χτύπησε όλα τα ματς, αλλά κέρδισε κι εκείνο (κόντρα στους Αυστραλούς) που ήταν εκ των ων ουκ άνευ για την πρόκριση στα προημιτελικά. Μάλιστα, ακόμα και στους «8» παρέμεινε κοντά στην υπερδύναμη Γερμανία για σχεδόν 37 λεπτά.
Αναμφίβολα όλα τα παραπάνω έχουν θετικό πρόσημο και αξίζουν συγχαρητήρια στους Έλληνες διεθνείς για την υπερπροσπάθειά τους. Επίσης, είναι γεγονός ότι φέτος υπήρχε, για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, καλό κλίμα στο ελληνικό στρατόπεδο. Και σίγουρα σε αυτό συνέβαλε κι η παρουσία του εμβληματικού Βασίλη Σπανούλη στον πάγκο του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος.
Ο «Kill Bill» κατάφερε να δώσει κίνητρο και να εμπνεύσει τους παίκτες του. Παράλληλα, έκρυψε σε μεγάλο βαθμό τις περισσότερες αδυναμίες τους και ανέδειξε 2-3 καινούριους παίκτες, όπως οι Τολιόπουλος, Καλαϊτζάκης και Χαραλαμπόπουλος

Επομένως, σε καμία περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθεί αποτυχημένο αυτό το πρώτο του καλοκαίρι ως ομοσπονδιακός τεχνικός. Ειδικά αν λάβουμε υπόψη τις τεράστιες απουσίες της ελληνικής αποστολής, αφού, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, δεν ταξίδεψαν στο Παρίσι οι Κώστας Σλούκας, Ιωάννης Παπαπέτρου, Κώστας και Θανάσης Αντετοκούνμπο και Νίκος Ρογκαβόπουλος.
Η ανάγκη για ρεαλισμό και κατανόηση των ζητημάτων του ελληνικού μπάσκετ

Καλά όλα αυτά και είναι αλήθεια ότι ακόμα κι η «χρυσή γενιά» του ελληνικού μπάσκετ ποτέ δεν έφτασε πέρα από την οχτάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αρκούν όμως για να μας γεμίσουν με αισιοδοξία για τις μελλοντικές διοργανώσεις;
Προσωπικά θεωρώ ότι – αν και εν μέρει επιτυχημένη – η πορεία της Εθνικής μας πιο πολύ με προβληματίζει παρά με καθησυχάζει για το μέλλον. Κι αυτό γιατί για άλλη μια φορά ήταν εμφανείς οι εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής καλαθοσφαίρισης. Το πρόβλημα στο σουτ ήταν ξεκάθαρο, ενώ η έλλειψη ατομικού ταλέντου έβγαζε μάτι.
Καλή η αυτοθυσία κι η αυταπάρνηση, αλλά χωρίς επιθετικό ταλέντο, δε μπορείς να πας ψηλά στο σύγχρονο μπάσκετ. Αν εξαιρέσουμε το φαινόμενο Γιάννη Αντετοκούνμπο και δευτερευόντως τους Σλούκα, Ντόρσεϊ και Τολιόπουλο, κανείς από τους παίκτες μας δε δημιουργεί για τον εαυτό του.
Επιπρόσθετα, σε παιχνίδια με ποιοτικές ομάδες, η απουσία αθλητικότητας και δύναμης κάνει τη διαφορά. Συγκεκριμένα, πλην των αδερφών Αντετοκούνμπο και 2-3 ακόμα, οι διεθνείς μας δεν έχουν τα απαραίτητα – για το μπάσκετ του 2024 – αθλητικά προσόντα.
Ο κορμός που μεγαλώνει κι η έλλειψη νέων ταλέντων

Το μεγαλύτερο όμως ζήτημα είναι η απουσία κάποιου πλάνου από την πλευρά της Ομοσπονδίας για την ανάδειξη νέων ταλέντων. Το ελληνικό μπάσκετ έχει σταματήσει να παράγει παίκτες, που να μπορούν να πάρουν τη σκυτάλη από την παλιά γενιά.
Οι θεωρητικά ταλαντούχοι Αβδάλας, Σαμοντούροφ και Ρογκαβόπουλος είναι χαμένοι μεταξύ πάγκου και εξέδρας στις ομάδες τους. Την ίδια στιγμή, οι Σλούκας, Καλάθης και Παπανικολάου μεγαλώνουν κι είναι άγνωστο για πόσο καιρό θα παίζουν ακόμα. Αν σε αυτά προσθέσουμε και την αβεβαιότητα της συμμετοχής του Γιάννη στις επόμενες διοργανώσεις, τότε εύλογα καταλαβαίνει κανείς τη σοβαρότητα του προβλήματος.
Και τώρα, τι;

Στα μάτια μου όλα τα παραπάνω μετατρέπουν το Ευρωμπάσκετ του επόμενου καλοκαιριού στην τελευταία μας ευκαιρία για διάκριση. Εξάλλου, θα μιλάμε πιθανότατα για τον «τελευταίο χορό» της φουρνιάς των Σλούκα, Παπανικολάου, Καλάθη και Παπαπέτρου.
Ωστόσο, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι το άθλημα έχει αλλάξει πλέον και να σχεδιάσουμε από τώρα την Εθνική της επόμενης μέρας. Το σουτ, η αθλητικότητα και το επιθετικό ταλέντο θα πρέπει να είναι στο επίκεντρο των αναπτυξιακών προγραμμάτων της χώρας. Επιπλέον, τα νέα παιδιά θα πρέπει να μαθαίνουν πρωτίστως να σκοράρουν και έπειτα να κατανοούν πολύπλοκα συστήματα.
Ταυτόχρονα, μεγάλο βάρος πέφτει και στους συλλόγους, καθώς είναι σημαντικό να δείχνουν εμπιστοσύνη στους νεαρούς αθλητές. Τέλος, καλό είναι η ίδια η ΕΟΚ να χαράξει μια κοινή κατεύθυνση για την ελληνική καλαθοσφαίριση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μην περιμένουμε θαύματα, αφού όλα αυτά θέλουν χρόνο για να φανούν.
