Ο Φίλιππος Μαργιώλης γράφει για τον πρόωρο αποκλεισμό της Εθνικής Ελλάδας στο Eurobasket 2022 και αναζητά τους πραγματικούς λόγους άλλης μιας αποτυχίας σε μεγάλη διοργάνωση.

Είναι αλήθεια ότι η εικόνα της «επίσημης αγαπημένης» στο τουρνουά «Ακρόπολις» και τα 2 ματς με Σερβία και Βέλγιο για τα προκριματικά του Μουντομπάσκετ 2023 είχαν δημιουργήσει προσδοκίες. Ειδικά απέναντι στους Σέρβους η Ελλάδα έδειξε ότι μπορεί να τα βάλει ακόμα και με τις κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης.

Παράλληλα, η παρουσία του Γιάννη Αντετοκούνμπο στο ρόστερ και του Δημήτρη Ιτούδη στον πάγκο της ομάδας έκαναν πολλούς να ονειρεύονται…μετάλλια. Όταν, λοιπόν, η Ελλάδα έκλεισε την πρώτη φάση του Ευρωμπάσκετ αήττητη και με ορισμένες εξαιρετικές εμφανίσεις, οι προσδοκίες εκτοξεύτηκαν.

Στη συνέχεια, η δύσκολη πρόκριση απέναντι στους Τσέχους χτύπησε ορισμένα καμπανάκια, ωστόσο ελάχιστοι έδωσαν σημασία. Κάπου εκεί, λοιπόν, ήρθε η Γερμανία για να μας στείλει…σπίτι μας και να αναδείξει όλες τις αδυναμίες του ελληνικού μπάσκετ. Ποιοι είναι, όμως, οι πραγματικοί λόγοι άλλης μιας εθνικής αποτυχίας;

Τεράστιο πρόβλημα στο σουτ και την περιφερειακή άμυνα

Σε όλη την πορεία της στο τουρνουά, η Εθνική αντιμετώπισε δύο τεράστια προβλήματα: στο σουτ και την περιφερειακή άμυνα.

Πλην του Ντόρσεϊ (κι αυτός κατά διαστήματα), η Ελλάδα δεν είχε κάποιον άλλο κλασικό σουτέρ. Ακόμα και χθες που ο Λαρεντζάκης πέτυχε 18 πόντους, ήταν περισσότερο θέμα ημέρας, κι όχι κάτι που θα μπορούσαμε να περιμένουμε σε σταθερή βάση.

Οι διεθνείς μας σούταραν κόντρα στη Γερμανία με 9/29 από τη γραμμή του τριπόντου, ήτοι 31%. Ακριβώς μέσα στα ποσοστά μας στη διοργάνωση, δηλαδή, και δε θα πρέπει να μας προκαλεί εντύπωση αυτό. Είμαστε εδώ και χρόνια μια μέτρια – αν όχι κακή – ομάδα στο μακρινό σουτ, όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε το αντίθετο.

Χωρίς σουτ, όμως, στο σύγχρονο μπάσκετ δεν πας πουθενά. Όσο καλό κι αν είναι το πλάνο του προπονητή, αν δε μπορείς να ανοίξεις την άμυνα μέσω του τριπόντου, το αποτέλεσμα θα είναι αντίστοιχο με το χθεσινό.

Ταυτόχρονα, η εθνική μας ομάδα είχε θέματα και στην περιφερειακή άμυνα. Οι γκαρντ της ομάδας (Σλούκας, Ντόρσεϊ, Καλάθης) έχαναν συνεχώς τους παίκτες τους, κι έτσι οι Γερμανοί έβγαζαν ελεύθερα σουτ. Το 17/31, λοιπόν, με το οποίο σούταραν από μακριά ήταν απολύτως λογικό και αναμενόμενο.

Η έλλειψη ταλέντου και η αγωνιστική πτώση ορισμένων παικτών

Οι Έλληνες διεθνείς, πλην των Γιάννη και Λαρεντζάκη οφείλουν να κάνουν τη δική τους αυτοκριτική. Είναι αλήθεια ότι η Εθνική Ελλάδας έχει αποτύχει σε όλες τις μεγάλες διοργανώσεις από το 2010 και μετά. Φυσικά, αυτό δεν είναι τυχαίο, καθώς η γενιά των Σλούκα, Καλάθη, Παπαπέτρου, Παπανικολάου και Παπαγιάννη ποτέ δε μπόρεσε να «μπει στα παπούτσια» της προηγούμενης.

Ένα από τα μεγαλύτερα θέματα του ελληνικού μπάσκετ, λοιπόν, είναι η έλλειψη νέων παικτών, που να μπορούν να πάρουν τη «σκυτάλη» από την παλιά φουρνιά. Το αποτέλεσμα είναι παίκτες σαν τον Καλάθη και τον Σλούκα να αναλαμβάνουν πολύ μεγαλύτερες ευθύνες από αυτές που αντέχουν. Και μπορεί να είναι κι οι δύο ικανοί παίκτες, αλλά δεν παύουν να έχουν σημαντικές αδυναμίες στο παιχνίδι τους.

Οι ευθύνες του Ιτούδη

Σε κάθε αποτυχία μιας ομάδας, όμως, σημαντικό μερίδιο ευθύνης έχει και ο προπονητής. Ο Δημήτρης Ιτούδης είναι ένας πολύ καλός κόουτς, ωστόσο απέτυχε να προσδώσει κάποια «ταυτότητα» στην εθνική μας.

Παράλληλα, σε πολλούς από τους αγώνες της Ελλάδας, ο ομοσπονδιακός τεχνικός καθυστερούσε χαρακτηριστικά στις αντιδράσεις του στο ματς, ενώ δίσταζε να κάνει τις απαραίτητες προσαρμογές, ώστε να αλλάξει το μομέντουμ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η χθεσινή αναμέτρηση με τη Γερμανία. Ο Ιτούδης άργησε να αντιδράσει στο 20-1 σερί των αντιπάλων μας στην τρίτη περίοδο και φοβήθηκε να δοκιμάσει πράγματα. Κι όταν, τελικά, το έκανε, όλα είχαν τελειώσει για το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα.

Το μεγαλύτερο, όμως, θέμα ήταν το γεγονός ότι έμοιαζε να μην έχει καμία επίδραση από τον πάγκο. Οι νίκες που έκανε η εθνική μας ομάδα ήταν μάλλον αποτέλεσμα μερικών εξαιρετικών εμφανίσεων ορισμένων παικτών (Γιάννης, Ντόρσεϊ), παρά του αγωνιστικού σχεδίου και των διορθωτικών κινήσεων του προπονητή της.

Και τώρα τι κάνουμε;

Αναμφίβολα, η Ελλάδα απέτυχε και σε αυτό το Ευρωμπάσκετ. Σε ένα τουρνουά στο οποίο η χώρα μας είχε όλα τα φόντα για να φτάσει ακόμα και στο τελικό, έμεινε εκτός από τους «8»!

Όλοι, λοιπόν, από την ΕΟΚ μέχρι τον προπονητή και τους παίκτες θα πρέπει να κάνουν την αυτοκριτική τους. Είναι καιρός να βρουν λύσεις σε όλα εκείνα που κρατούν πίσω το ελληνικό μπάσκετ.

Δεν είναι δυνατό εν έτει 2022 να προχωράμε με το λεγόμενο σκεπτόμενο μπάσκετ. Οι παίκτες, πλέον, λειτουργούν πιο πολύ με το ένστικτο, παρά το σύστημα του προπονητή. Μαθαίνουν πρώτα τα βασικά του μπάσκετ (σουτ, πάσα, ντρίπλα) και μετά αφιερώνουν χρόνο στα συστήματα.

Στην Ελλάδα κάνουμε το ακριβώς αντίθετο. Φορτώνουμε τα παιδιά στις ακαδημίες με ατελείωτα συστήματα, χωρίς να δίνουμε τόση σημασία στο πως να βάζουν τη μπάλα στο καλάθι. Αν, λοιπόν, οι προπονητές στις χαμηλότερες ηλικίες δεν πάψουν να λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο, δε θα πετύχουμε τίποτα ούτε στις επόμενες διοργανώσεις.

Τέλος, άποψή μου είναι ότι αυτό το Ευρωμπάσκετ πρέπει να είναι το τελευταίο της φουρνιάς των Καλάθη, Σλούκα και Παπανικολάου με τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας, ενώ οι Παπαπέτρου και Παπαγιάννης θα πρέπει να έχουν πιο περιορισμένο ρόλο. Οι προαναφερθέντες παίκτες προσέφεραν πολλά, ωστόσο φρονώ ότι έκλεισε ο κύκλος τους με την «επίσημη αγαπημένη».

Στο Μουντομπάσκετ το καλοκαίρι του 2023 πρέπει να πάει μια ανανεωμένη Εθνική. Μια Εθνική απαλλαγμένη από τα «βαρίδια» του παρελθόντος και με νέους παίκτες, έτοιμους να βοηθήσουν. Είτε αυτοί λέγονται Λούντζης και Μήτογλου, είτε Αβδάλας, Μαντζούκας και Άλεξ Αντετοκούνμπο.

Διαφορετικά, πολύ δύσκολα η υπάρχουσα γενιά της Ελλάδας θα καταφέρει κάτι καλύτερο στο επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *