Έναν χρόνο μετά τη δολοφονία του Άλκη Καμπανού, η αντιμετώπιση της βίας στα γήπεδα είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Γράφει ο Φίλιππος Μαργιώλης.

Έχει περάσει ένας ολόκληρος χρόνος από το μοιραίο εκείνο βράδυ της 1ης Φεβρουαρίου στο οποίο ο 19χρονος, Άλκης Καμπανός δολοφονήθηκε από μερίδα οπαδών του ΠΑΟΚ. Τα τελευταία λόγια του άτυχου νεαρού συγκλονίζουν. «Σας παρακαλώ μην με χτυπάτε άλλο» λέει σπαρακτικά, σε μια απέλπιδα απόπειρα να απευθυνθεί στην όποια λογική και ανθρωπιά έχει απομείνει στους επίδοξους δολοφόνους του. Παρ’ όλα αυτά, η προσπάθειά του πέφτει στο κενό και ο Άλκης γνωρίζει τραγικό θάνατο, επειδή έτυχε να είναι οπαδός του Άρη.

Το ερώτημα, όμως, είναι πως φτάνει κανείς στο σημείο να σκοτώσει έναν συμπολίτη του λόγω των διαφορετικών οπαδικών του προτιμήσεων. Επίσης, τι μπορεί να γίνει ώστε να αντιμετωπιστεί το χρόνιο πρόβλημα της βίας στον χώρο του αθλητισμού;

Το φλέγον ζήτημα της οπαδικής βίας και του φανατισμού

Φυσικά, η δολοφονία του Άλκη δεν ήρθε από μόνη της, ούτε ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Ήταν αποτέλεσμα ενός προβλήματος που εξακολουθεί να μαστίζει εδώ και δεκαετίες τον ελληνικό αθλητισμό και κατ’ επέκταση την ίδια την ελληνική κοινωνία και με το οποίο ελάχιστοι έχουν ασχοληθεί πραγματικά για την επίλυσή του.

Ήταν το αποκορύφωμα μιας απίστευτης έξαρσης της οπαδικής βίας, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, αλλά και το παράγωγο μιας «άρρωστης» κοινωνίας, η οποία όχι μόνο δεν αγωνίζεται για την αντιμετώπισή της, αλλά, αντίθετα, προωθεί τη μισαλλοδοξία σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής. Μιας κοινωνίας που, επηρεασμένη από τη δύσκολη προηγούμενη δεκαετία με τις τραγικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης, έχει αλλοιωθεί σε τέτοιον βαθμό, ώστε να αποδέχεται το μίσος μεταξύ των ανθρώπων και να το αντιμετωπίζει ως φυσιολογικό.

Το ζήτημα της βίας στα γήπεδα, όμως, δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί, χωρίς την ενεργή συμμετοχή του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας. Διαφορετικά, τι νόημα έχει να αναλωνόμαστε σε διαρκείς συζητήσεις γύρω από το θέμα, αν δεν κάνουμε απολύτως τίποτα για να μη ξανασυμβεί κάτι αντίστοιχο στο μέλλον;

Πρέπει να κατανοήσουμε, λοιπόν, ότι η οπαδική βία αφορά άπαντες και είμαστε όλοι υπεύθυνοι για τον περιορισμό της. Διότι, όπως γίνεται αντιληπτό, το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους δεν είναι έμφυτο, αλλά καλλιεργείται και έχει έρθει η ώρα να αναλάβουμε δράση και να κόψουμε τις ρίζες του προβλήματος. Πρέπει να μπει ένα…«στοπ» σε όλους εκείνους που προωθούν τον φανατισμό και έχουν φτάσει την Ελλάδα στο σημείο να θρηνεί νέα παιδιά, λόγω του διαφορετικού χρώματος φανέλας της ομάδας που υποστηρίζουν.

Οι ευθύνες των ομάδων και των δημοσιογράφων

Αρχικά, οι ίδιες οι ομάδες θα πρέπει να βγουν μπροστά προκειμένου να καταστήσουν φανερό ότι η μισαλλόδοξη συμπεριφορά στον χώρο του αθλητισμού δε θα γίνεται πλέον ανεκτή. Οι σύλλογοι, ξεκινώντας από τις διοικήσεις τους, θα πρέπει να προωθήσουν κοινές κινητοποιήσεις για την καταπολέμηση της βίας, την ενίσχυση του σεβασμού και της αμοιβαίας κατανόησης, αλλά και τον αποκλεισμό όλων εκείνων των ταραχοποιών στοιχείων από τα ελληνικά γήπεδα.

Δυστυχώς, μέχρι σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Σε πολλές περιπτώσεις, οι λεγόμενοι «μεγαλοπαράγοντες» της κάθε ομάδας υποστηρίζουν – ή και υποκινούν οι ίδιοι – τα φαινόμενα βίας, μέσω της ενίσχυσης του φανατισμού μεταξύ των οπαδών.

Ανάλογες ευθύνες για την καταπολέμηση της οπαδικής βίας έχουν και οι δημοσιογράφοι, καθώς και αυτοί, με τη σειρά τους, έχουν προωθήσει πολλάκις στο παρελθόν τον φανατισμό, ή γνώριζαν για την ύπαρξη διαφόρων εγκληματικών κυκλωμάτων και δεν έκαναν τίποτα για να τα φέρουν στο «φως».

Οι εκάστοτε δημοσιογράφοι – ειδικά οι οπαδικοί – θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν την υποχρέωση που έχουν απέναντι στις οικογένειες των θυμάτων και, έστω και την ύστατη στιγμή, να αξιοποιήσουν τη δύναμη που τους προσφέρει ο γραπτός λόγος για την εξάλειψη της βίας και την ανάδειξη του σεβασμού και της ευγενούς άμιλλας μεταξύ των οπαδών. Εξάλλου, καμία ουσιαστική αλλαγή δε μπορεί να συντελεστεί, όσο αντίστοιχα «τέρατα» με αυτά που δολοφόνησαν τον Άλκη Καμπανό, λαμβάνουν την ανοχή, ή και την υποστήριξη του δημοσιογραφικού κόσμου.

Είμαστε ΟΛΟΙ ένοχοι

Προφανώς, και οι ίδιοι οι υγιώς σκεπτόμενοι φίλαθλοι οφείλουν να υψώσουν τη φωνή τους κατά της βίας και του μίσους. Άλλωστε, δεν είναι δυνατό να βρεθεί λύση στο φλέγον ζήτημα της οπαδικής βίας, αν οι «υγιείς» φίλαθλοι όχι μόνο δεν κινητοποιούνται ενάντια στον φανατισμό, αλλά, σε πολλές περιπτώσεις, γίνονται μέρος του προβλήματος και τάσσονται στο πλευρό των ακραίων εκείνων στοιχείων που κάθε ομάδα, δυστυχώς, έχει στις τάξεις των οπαδών της. Η δράση για την περιθωριοποίηση των εγκληματικών αυτών οργανώσεων θα πρέπει να ξεκινήσει από τον ίδιο τον φίλαθλο κόσμο, γιατί και αυτός μπορεί να συνεισφέρει με το δικό του τρόπο στην αντιμετώπιση της ρητορικής του μίσους στον χώρο του αθλητισμού.

Καταληκτικά, υπεύθυνοι για τη δολοφονία του Άλκη δεν είναι μόνο εκείνοι οι οπαδοί του ΠΑΟΚ. Ένοχοι είμαστε όλοι μας, καθώς με την ανοχή και την αδιαφορία μας αφήσαμε την κοινωνία να «ποτιστεί» τόσο πολύ με μίσος, ώστε τέτοια γεγονότα να μην προκαλούν πλέον έκπληξη. Σε κάθε περίπτωση, βασικό ζητούμενο είναι η παιδεία και η καλλιέργεια του αλληλοσεβασμού και της αλληλοκατανόησης. Διαφορετικά, η τελευταία φράση του Άλκη θα μας στοιχειώνει για πάντα και θα μας θυμίζει ότι έχουμε αποτύχει ως κοινωνία. Είναι, λοιπόν, καιρός να βγούμε μπροστά και να δηλώσουμε με μια φωνή… «ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ»!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *